απαυτά

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

απαυτά < απαυτός

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

απαυτά ουδέτερο μόνο στον πληθυντικό

  1. (σκωπτικά) τα γεννητικά όργανα

Σημειώσεις[επεξεργασία]

Χρησιμοποιείται συνήθως για τα ανδρικά γεννητικά όργανα.

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]


Open book 01.svg Κλιτή μορφή επιθέτου[επεξεργασία]

απαυτά