απαυτός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης : άπαυτος, άπατος

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική απαυτός απαυτή απαυτό
γενική απαυτού απαυτής απαυτού
αιτιατική απαυτό απαυτή απαυτό
κλητική απαυτέ απαυτή απαυτό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική απαυτοί απαυτές απαυτά
γενική απαυτών απαυτών απαυτών
αιτιατική απαυτούς απαυτές απαυτά
κλητική απαυτοί απαυτές απαυτά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

απαυτός < μεσαιωνική ελληνική απαυτός < αρχαία ελληνική ἀπό αὐτόν < αὐτός

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

απαυτός, -ή, -ό

  1. (λαϊκότροπο) (προφορικό) (μειωτικά) ο τάδε, ο δείνα, που δεν θυμόμστε τ' όνομά του
  2. (ουσιαστικοποιημένο) (προφορικό) ο απαυτός: ο κώλος
  3. (ουσιαστικοποιημένο) (προφορικό) η απαυτή: το πέος
  4. (ουσιαστικοποιημένο) (προφορικό) τα απαυτά: τ' αρχίδια

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]