Μετάβαση στο περιεχόμενο

απαυτώνω

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
απαυτώνω < απαυτ(ός) + -ώνω [1][2]

απαυτώνω , πρτ.: απαύτωνα, στ.μέλλ.: θα απαυτώσω, αόρ.: απαύτωσα, παθ.φωνή: απαυτώνομαι, π.αόρ.: απαυτώθηκα, μτχ.π.π.: απαυτωμένος

Συνώνυμα

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. απαυτώνω - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
  2. απαυτώνω -  Γεωργακάς, Δημήτριος. A Modern Greek-English Dictionary [Ελληνοαγγλικό λεξικό] (μόνο το γράμμα α) - Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας