απαχθείς

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική απαχθείς απαχθείσα απαχθέν
γενική απαχθέντος απαχθείσας
απαχθείσης
απαχθέντος
αιτιατική απαχθέντα απαχθείσα απαχθέν
κλητική απαχθείς απαχθείσα απαχθέν
πτώση πληθυντικός
ονομαστική απαχθέντες απαχθείσες απαχθέντα
γενική απαχθέντων απαχθεισών απαχθέντων
αιτιατική απαχθέντες απαχθείσες απαχθέντα
κλητική απαχθέντες απαχθείσες απαχθέντα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

απαχθείς < από την αρχαία μετοχή ἀπαχθείς, ἀπαχθεῖσα, ἀπαχθέν, του παθητικού αορίστου του ρήματος ἀπάγω

Μετοχή[επεξεργασία]

απαχθείς, απαχθείσα, απαχθέν

  • λόγια μετοχή που χρησιμεύει και στη νεοελληνική ως μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος απάγω, εκείνος που έχει απαχθεί
Τα λύτρα για τους απαχθέντες τουρίστες στην Κολομβία...

απάγω

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος[επεξεργασία]

απαχθείς

  1. (να, ας, αν, ίσως κλπ) β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος απάγομαι
  2. θα απαχθείς: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος απάγομαι