απειλή

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική απειλή απειλές
γενική απειλής απειλών
αιτιατική απειλή απειλές
κλητική απειλή απειλές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

απειλή < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

απειλή θηλυκό

  1. ενδεχόμενη ζημιά, σωματική ή άλλη βλάβη που θα προκαλέσει κάποιος αν ο στόχος του δεν συμμορφωθεί με τις απαιτήσεις του
    η απειλή της απόλυσης των εργαζομένων ήταν αρκετή ώστε να μειωθεί σημαντικά η συμμετοχή τους στην απεργία
  2. μια δυσάρεστη εξέλιξη που μπορεί να πραγματοποιηθεί αν δεν αλλάξει κάτι
    κοιτάζαμε τα μαύρα σύννεφα που έφεραν την απειλή βροχής
  3. οτιδήποτε γίνεται αντιληπτό ως κίνδυνος
    μάθαμε από καιρό να ζούμε υπό την απειλή σεισμών

32πχ Μεταφράσεις[]