απελευθέρωση

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η απελευθέρωση οι απελευθερώσεις
      γενική της απελευθέρωσης
& απελευθερώσεως
των απελευθερώσεων
    αιτιατική την απελευθέρωση τις απελευθερώσεις
     κλητική απελευθέρωση απελευθερώσεις
Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

απελευθέρωση < αρχαία ελληνική ἀπελευθέρωσις

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

απελευθέρωση θηλυκό

  1. η ενέργεια του ρήματος απελευθερώνω, το να απελευθερώνεις κάποιον
    στις 26 Οκτωβρίου εορτάζεται η απελεύθερωση της Θεσσαλονίκης


Μεταφράσεις[επεξεργασία]