απελευθερώνω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

απελευθερώνω < αρχαία ελληνική ἀπελευθερόω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

απελευθερώνω

  1. δίνω σε κάποιον την ελευθερία του
  2. επιτρέπω σε κάποιον ή σε κάτι να κινηθεί ελεύθερα, απαλλάσσω από περιορισμούς

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]


32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]