Μετάβαση στο περιεχόμενο

απελπισία

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η απελπισία οι απελπισίες
      γενική της απελπισίας των απελπισιών
    αιτιατική την απελπισία τις απελπισίες
     κλητική απελπισία απελπισίες
Κατηγορία όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
απελπισία < απελπισιά με λόγια επίδραση < μεσαιωνική ελληνική ἀπελπισία [1]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /a.pel.piˈsi.a/
τυπογραφικός συλλαβισμός: απελπισία

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

απελπισία θηλυκό

  1. η απόλυτη έλλειψη ελπίδας
      Μέρες κατά τις οποίες, ανάλογα με την κατεύθυνση των μαρτυρικών καταθέσεων, η ελπίδα και η απελπισία, η χαρά και η λύπη, η προσδοκία και η παραίτηση εναλλάσσονταν με απίστευτη ταχύτητα. (Θανάσης Διαμαντόπουλος, Ο δικαστής, εκδ. Μεταίχμιο, 2019)
  2. κάτι ή κάποιος που μας απελπίζει
    παράδειγμα  Αμάν αδερφέ μου, σκέτη απελπισία είσαι

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Αντώνυμα

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]