απελπισία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η απελπισία οι απελπισίες
      γενική της απελπισίας των απελπισιών
    αιτιατική την απελπισία τις απελπισίες
     κλητική απελπισία απελπισίες
Παράρτημα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

απελπισία < αρχαία ελληνική ἀπελπισία

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /a.pɛl.pi.ˈsi.a/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

απελπισία θηλυκό

  1. η απόλυτη έλλειψη ελπίδας
    • Η ζωή αρχίζει στην άλλη πλευρά της απελπισίας. (Ζαν Πολ Σαρτρ)
    • Με την αγάπη θα σηκώσουμε την απελπισία μας απ᾿ το αμπάρι του κορμιού. Δεν είναι φορτίο για τη χώρα των αγγέλων η απελπισία.
  2. κάτι ή κάποιος που μας απελπίζει
    • Αμάν αδερφέ μου, σκέτη απελπισία είσαι

Εναλλακτικές μορφές[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]