απελπισμένος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική απελπισμένος απελπισμένη απελπισμένο
γενική απελπισμένου απελπισμένης απελπισμένου
αιτιατική απελπισμένο απελπισμένη απελπισμένο
κλητική απελπισμένε απελπισμένη απελπισμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική απελπισμένοι απελπισμένες απελπισμένα
γενική απελπισμένων απελπισμένων απελπισμένων
αιτιατική απελπισμένους απελπισμένες απελπισμένα
κλητική απελπισμένοι απελπισμένες απελπισμένα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

απελπισμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος απελπίζω

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

απελπισμένος, -η, -ο

Blue Glass Arrow.svg Εναλλακτικές μορφές [επεξεργασία]

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]