απεντόμωση

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

απεντόμωση < (μεταφραστικό δάνειο) γαλλική désinsectisation

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

απεντόμωση θηλυκό

  1. ο έλεγχος του πληθυσμού ανεπιθύμητων εντόμων σε κήπους, σπίτια κλπ. με τη χρήση χημικών ουσιών ή με άλλους μεθόδους
    οικολογική απεντόμωση

συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]