απερίσκεπτος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : ἀπερίσκεπτος, απερίσπαστος

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική απερίσκεπτος απερίσκεπτη απερίσκεπτο
γενική απερίσκεπτου απερίσκεπτης απερίσκεπτου
αιτιατική απερίσκεπτο απερίσκεπτη απερίσκεπτο
κλητική απερίσκεπτε απερίσκεπτη απερίσκεπτο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική απερίσκεπτοι απερίσκεπτες απερίσκεπτα
γενική απερίσκεπτων απερίσκεπτων απερίσκεπτων
αιτιατική απερίσκεπτους απερίσκεπτες απερίσκεπτα
κλητική απερίσκεπτοι απερίσκεπτες απερίσκεπτα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

απερίσκεπτος < αρχαία ελληνική ἀπερίσκεπτος

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

απερίσκεπτος, -η, -ο

  1. (για πρόσωπο) που πράττει πρoτού να σκεφτεί τις επιπτώσεις των ενεργειών του
  2. (για πράξη) που γίνεται χωρίς προηγούμενη σκέψη

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]