απεργία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική απεργία απεργίες
γενική απεργίας απεργιών
αιτιατική απεργία απεργίες
κλητική απεργία απεργίες
Quarto Stato.jpg
1912 Lawrence Textile Strike 1.jpg

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

απεργία < απεργός + -ία < αρχαία ελληνική ἔργον

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /a.pɛɾ.ˈʝi.a/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

απεργία θηλυκό

  1. αποχή από την εργασία για τη διεκδίκηση οικονομικών αιτημάτων, αλλά και σε ένδειξη διαμαρτυρίας για διάφορες κυβερνητικές ή εργοδοτικές αποφάσεις
    απεργία διαρκείας
    προειδοποιητική απεργία
    48ωρες κυλιόμενες απεργίες
    γενική απεργία
    λευκή απεργία


Εκφράσεις[]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]