απερχόμενος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: επερχόμενος

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο απερχόμενος η απερχόμενη το απερχόμενο
      γενική του απερχόμενου της απερχόμενης του απερχόμενου
    αιτιατική τον απερχόμενο την απερχόμενη το απερχόμενο
     κλητική απερχόμενε απερχόμενη απερχόμενο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι απερχόμενοι οι απερχόμενες τα απερχόμενα
      γενική των απερχόμενων των απερχόμενων των απερχόμενων
    αιτιατική τους απερχόμενους τις απερχόμενες τα απερχόμενα
     κλητική απερχόμενοι απερχόμενες απερχόμενα
ομάδα «εισαγόμενος» Κατηγορία όπως «εισαγόμενος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία [επεξεργασία]

απερχόμενος < απέρχομαι + -όμενος

Μετοχή[επεξεργασία]

απερχόμενος, -η, -ο

  • μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος απέρχομαι
    1. που φεύγει
    2. που πρόκειται να εγκαταλείψει σε λίγο χρονικό διάστημα μια θέση ή ένα αξίωμα
      συνάντησε τον απερχόμενο πρόεδρο της κυβέρνησης

Μεταφράσεις[επεξεργασία]