απερχόμενος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : επερχόμενος

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική απερχόμενος απερχόμενη απερχόμενο
γενική απερχόμενου απερχόμενης απερχόμενου
αιτιατική απερχόμενο απερχόμενη απερχόμενο
κλητική απερχόμενε απερχόμενη απερχόμενο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική απερχόμενοι απερχόμενες απερχόμενα
γενική απερχόμενων απερχόμενων απερχόμενων
αιτιατική απερχόμενους απερχόμενες απερχόμενα
κλητική απερχόμενοι απερχόμενες απερχόμενα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

απερχόμενος < απέρχομαι + -όμενος

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

απερχόμενος, -η, -ο

  • μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος απέρχομαι
    1. που φεύγει
    2. που πρόκειται να εγκαταλείψει σε λίγο χρονικό διάστημα μια θέση ή ένα αξίωμα
      συνάντησε τον απερχόμενο πρόεδρο της κυβέρνησης

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]