απεσταλμένος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- απεσταλμένος < αποστέλλομαι < αποστέλλω
Μετοχή
[επεξεργασία]απεσταλμένος, η, ο
- μεσολαβητής ή διαπραγματευτής ή εκπρόσωπος για ορισμένα ζητήματα
- (επάγγελμα) στη δημοσιογραφική ορολογία, ο ανταποκριτής και στους πολιτικούς φορείς, μόνιμος αντιπρόσωπος)
Είμαι απεσταλμένη της εφημερίδας Financial Times στην Αθήνα"
Καλύπτω τη συνέντευξη του Πρωθυπουργού στις Βρυξέλλες ως απεσταλμένος του Αθηναϊκού Πρακτορείου Ειδήσεων