απεσταλμένος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο απεσταλμένος η απεσταλμένη το απεσταλμένο
      γενική του απεσταλμένου της απεσταλμένης του απεσταλμένου
    αιτιατική τον απεσταλμένο την απεσταλμένη το απεσταλμένο
     κλητική απεσταλμένε απεσταλμένη απεσταλμένο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι απεσταλμένοι οι απεσταλμένες τα απεσταλμένα
      γενική των απεσταλμένων των απεσταλμένων των απεσταλμένων
    αιτιατική τους απεσταλμένους τις απεσταλμένες τα απεσταλμένα
     κλητική απεσταλμένοι απεσταλμένες απεσταλμένα
Κατηγορία όπως «αγαπημένος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία [επεξεργασία]

απεσταλμένος < αποστέλλομαι < αποστέλλω

Μετοχή[επεξεργασία]

απεσταλμένος, η, ο

  1. μετοχή δόκιμη μόνον στο αρσενικό και θηλυκό, για εκείνον ή εκείνην που έχουν πάει κάπου σταλμένοι από συγκεκριμένο φορέα, συνήθως επίσημο, και για μια προκαθορισμένη διάρκεια χρόνου ή πάντως για ένα συγκεκριμένο ζήτημα ή τομέα. Μεσολαβητής ή διαπραγματευτής και ως ένα σημείο εκπρόσωπος για ορισμένα ζητήματα. (Σε σχετικά μόνιμη θέση στη δημοσιογραφική ορολογία, ο απεσταλμένος λέγεται ανταποκριτής και στους πολιτικούς φορείς, μόνιμος αντιπρόσωπος)
    "Είμαι απεσταλμένη της εφημερίδας Financial Crimes στην Αθήνα για να καλύψω το ελληνικό κραχ"
    "Είμαι ειδικός απεσταλμένος του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών για το θέμα των πυρηνικών στη Γερμανία και συνεργάζομαι επ' αυτού με τη "μόνιμη αντιπρόσωπο" στον εδώ οργανισμό, την κυρία Τάδε"
    "Καλύπτω τη συνέντευξη του Πρωθυπουργού στις Βρυξέλλες ως απεσταλμένη του Αθηναϊκού Πρακτορείου Ειδήσεων σε συνεργασία με τον εδώ ανταποκριτή, κ. Τάδε"
    "Κι εσύ τώρα τι παριστάνεις; Τον απεσταλμένο της; Γιατί δεν σηκώνει το τηλέφωνο να ζητήσει μόνη της αύξηση στη διατροφή;"

Μεταφράσεις[επεξεργασία]