απεχθάνομαι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

απεχθάνομαι < αρχαία ελληνική ἀπεχθάνομαι < ἀπεχθής < ἀπό + ἔχθος

Open book 01.svg Ρήμα[]

απεχθάνομαι, παρατ.: απεχθανόμουν, χωρίς άλλους χρόνους

δεν μου αρέσει το ψέμα, αλλά την υποκρισία την απεχθάνομαι
δεν θέλω να τον ξαναδώ μπροστά μου αυτόν τον άνθρωπο, τον απεχθάνομαι

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Plume ombre.png Κλίση[]

πρόσωπα Ενεστώτας Παρατατικός Εξ. Μέλλ. Υποτακτική Προστακτική Μετοχή
α' ενικ. απεχθάνομαι απεχθανόμουν(α) θα απεχθάνομαι να απεχθάνομαι απεχθανόμενος
β' ενικ. απεχθάνεσαι απεχθανόσουν(α) θα απεχθάνεσαι να απεχθάνεσαι απεχθάνου
γ' ενικ. απεχθάνεται απεχθανόταν(ε) θα απεχθάνεται να απεχθάνεται
α' πληθ. απεχθανόμαστε απεχθανόμαστε
απεχθανόμασταν
θα απεχθανόμαστε να απεχθανόμαστε
β' πληθ. απεχθάνεστε απεχθανόσαστε
απεχθανόσασταν
θα απεχθάνεστε να απεχθάνεστε απεχθάνεστε
γ' πληθ. απεχθάνονται απεχθάνονταν
απεχθανόντουσαν
θα απεχθάνονται να απεχθάνονται

32πχ Μεταφράσεις[]