Μετάβαση στο περιεχόμενο

απηλιώτης

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: ἀπηλιώτης, Απηλιώτης

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο απηλιώτης οι απηλιώτες
      γενική του απηλιώτη των απηλιωτών
    αιτιατική τον απηλιώτη τους απηλιώτες
     κλητική απηλιώτη απηλιώτες
Κατηγορία όπως «ναύτης» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
απηλιώτης < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀπηλιώτης[1][2] (που σχετίζεται με τον ήλιο) < ἀπό + ἠέλιοςἭλιος με ιωνική ψίλωση)

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /a.piˈʎo.tis/
τυπογραφικός συλλαβισμός: απηλιώτης

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

απηλιώτης αρσενικό

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Άνεμοι:

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. απηλιώτης - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
  2. απηλιώτης - Χριστόφορος Χαραλαμπάκης, (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)