απιστία
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | απιστία | οι | απιστίες |
| γενική | της | απιστίας | των | απιστιών |
| αιτιατική | την | απιστία | τις | απιστίες |
| κλητική | απιστία | απιστίες | ||
| Κατηγορία όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- απιστία < αρχαία ελληνική ἀπιστία
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /a.pisˈti.a/
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]απιστία θηλυκό
- η έλλειψη πίστης, όπως θρησκευτικής, συζυγικής
- ※ Τα τελευταία χρόνια εμφανίστηκε ένα καινούργιο σλόγκαν: «συναισθηματική απιστία». Θεωρείται ό,τι πιο προχωρημένο στο σύγχρονο λεξικό της απιστίας. Συνήθως χρησιμοποιείται για να υποδηλώσει πως η προδοσία δεν συνεπάγεται τη σεξουαλική επαφή, αλλά, μάλλον, μια ανάρμοστη συναισθηματική εγγύτητα η οποία θα έπρεπε να προορίζεται αποκλειστικά για τον σύντροφό μας.
- Εsther Perel, Τα πρόσωπα της απιστίας, μετάφραση από τα αγγλικά: Δέσποινα Παπαγιαννοπούλου (Αθήνα: Κέλευθος, 2018, ISBN 978-618-84065-1-3), σ. 50.
- ※ Ξαναπαντρεύτηκε, μου είπε εμπιστευτικά στο γαμήλο πάρτι, για να ξανακερδίσει τις χαμένες ηδονές της απιστίας. Μόνο ο γάμος εμπνέει τις παράνομες ηδονές. Χωρίς αυτόν γίνονται ρουτίνα (Μίμης Ανδρουλάκης, , Έτσι κάνουν όλες Ο ερωτικός βίος του καθηγητή «Νοστράδαμου», εκδ. Καστανιώτη, 2011)
- ※ Τα τελευταία χρόνια εμφανίστηκε ένα καινούργιο σλόγκαν: «συναισθηματική απιστία». Θεωρείται ό,τι πιο προχωρημένο στο σύγχρονο λεξικό της απιστίας. Συνήθως χρησιμοποιείται για να υποδηλώσει πως η προδοσία δεν συνεπάγεται τη σεξουαλική επαφή, αλλά, μάλλον, μια ανάρμοστη συναισθηματική εγγύτητα η οποία θα έπρεπε να προορίζεται αποκλειστικά για τον σύντροφό μας.
- (νομικός όρος) το αδίκημα του δημοσίου υπαλλήλου που με δόλο μειώνει τη δημοσία περιουσία κατά την είσπραξη και διαχείριση των φόρων ή άλλων προσόδων
Συγγενικά
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] απιστία
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'σοφία' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Νομικοί όροι (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)