Μετάβαση στο περιεχόμενο

απισχναίνω

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: ἀπισχναίνω

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
απισχναίνω < αρχαία ελληνική ἀπισχναίνω < ἰσχναίνω < ἰσχνός

απισχναίνω (παθητική φωνή: απισχναίνομαι)

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]