Μετάβαση στο περιεχόμενο

απλίκα

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η απλίκα οι απλίκες
      γενική της απλίκας των απλικών
    αιτιατική την απλίκα τις απλίκες
     κλητική απλίκα απλίκες
Κατηγορία όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Μια αναμμένη απλίκα.

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
απλίκα < (άμεσο δάνειο) γαλλική appliqu(e) + < appliquer  δείτε την ετυμολογική οικογένεια του λατινικού plico

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /aˈpli.ka/
τυπογραφικός συλλαβισμός: απλίκα

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

απλίκα θηλυκό

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]