Μετάβαση στο περιεχόμενο

απλικατέρ

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
απλικατέρ < απροσάρμοστο (λόγιο δάνειο) γαλλική applicateur < appliqu(er) + -ateur

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /a.pli.kaˈteɾ/
τυπογραφικός συλλαβισμός: απλικατέρ

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

απλικατέρ ουδέτερο άκλιτο

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]
  • απλικατέρ - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών.  (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)