απλοχεριά
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | απλοχεριά | οι | απλοχεριές |
| γενική | της | απλοχεριάς | των | απλοχεριών |
| αιτιατική | την | απλοχεριά | τις | απλοχεριές |
| κλητική | απλοχεριά | απλοχεριές | ||
| Οι καταλήξεις προφέρονται με συνίζηση. | ||||
| Κατηγορία όπως «καρδιά» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- απλοχεριά < μεσαιωνική ελληνική απλοχεριά
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]απλοχεριά θηλυκό
Συγγενικά
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] απλοχεριά
|