απλώνομαι

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

απλώνομαι < παθητική φωνή του ρήματος απλώνω < ἁπλόω-ἁπλῶ

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

απλώνομαι

  1. επεκτείνομαι, καταλαμβάνω μεγαλύτερο χώρο, εξαπλώνομαι
    απλώθηκε σε όλο τον καναπέ, λες και δεν υπήρχαν άλλοι
  2. καταλαμβάνω έναν χώρο μέχρι ένα ορισμένο όριο
    η Κίνα απλώνεται βόρεια μέχρι τη Μογγολία, δυτικά μέχρι...

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[επεξεργασία]

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]