αποβάλλομαι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης: ἀποβάλλομαι

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αποβάλλομαι < παθητική φωνή του ρήματος αποβάλλω

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /a.pɔ'va.lɔ.mε/

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

αποβάλλομαι, π.αόρ.: αποβλήθηκα, (ενεργ.: αποβάλλω)

  1. με αποπέμπουν από ένα χώρο, μια δραστηριότητα, με βγάζουν έξω, με απομακρύνουν, με θέτουν εκτός, ή στο τρίτο πρόσωπο, όταν κάτι/κάποιος απορρίπτεται με φυσική ή τεχνητή διαδικασία
    • ο μαθητής αποβλήθηκε για μια ώρα
    • Αποβάλλεσαι! είπε ο διαιτητής στον κυνηγό του Παναθηναϊκού την πιο κρίσιμη στιγμή του αγώνα
    • καταβλήθηκαν προσπάθειες για να μην αποβληθεί το έμβρυο
  2. καιδείτε τη λέξη: αποβάλλω

Κλίση[επεξεργασία]

  • δείτε τη λέξη: αποβάλλω και για τις παθητικές μετοχές