αποβάλλω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αποβάλλω < αρχαία ελληνική ἀποβάλλω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

αποβάλλω (παθητική φωνή: αποβάλλομαι)

  1. διώχνω, δεν έχω πλέον
    αποβάλλω μια κακιά συνήθεια
  2. (για μαθητή) του δίνω αποβολή, τον διώχνω (επίσημα) για κάποιο σοβαρό παράπτωμα από το σχολείο για σύντομο χρονικό διάστημα (ή -σπάνια- μόνιμα)
  3. (αθλητισμός) διώχνω παίκτη από κάποιο αθλητικό παιχνίδι για σοβαρό παράπτωμα (δείχνοντάς του την κόκκινη κάρτα)
  4. (ιατρική) (για έγκυο) γεννώ πρόωρα νεκρό παιδί
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: απορρίχνω
  5. (ιατρική) (για μεταμόσχευση) δεν δέχεται ο οργανισμός μου το μόσχευμα
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: απορρίπτω

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]