αποβάλλω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αποβάλλω < (λόγιο) αρχαία ελληνική ἀποβάλλω. Για την αποβολή μοσχεύματος, (σημασιολογικό δάνειο) αγγλική reject.[1]. Συγχρονικά αναλύεται σε απο- + βάλλω.

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /a.pɔ'va.lɔ/

Συλλαβισμός[επεξεργασία]

  • α-πο-βάλ-λω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

αποβάλλω, πρτ.: απέβαλλα, αόρ.: απέβαλα, παθ.φωνή: αποβάλλομαι, π.αόρ.: αποβλήθηκα

  1. (μεταβατικό) διώχνω, δεν έχω πλέον
    αποβάλλω μια κακιά συνήθεια
    1. (για μαθητή) του δίνω αποβολή, τον διώχνω (επίσημα) για κάποιο σοβαρό παράπτωμα από το σχολείο για σύντομο χρονικό διάστημα (ή -σπάνια- μόνιμα)
    2. (αθλητισμός) διώχνω παίκτη από κάποιο αθλητικό παιχνίδι για σοβαρό παράπτωμα (δείχνοντάς του την κόκκινη κάρτα)
  2. (ιατρική)
    1. (αμετάβατο) (για έγκυο) γεννώ πρόωρα νεκρό παιδί
    2. (μεταβατικό) (για μεταμόσχευση) δεν δέχεται ο οργανισμός μου το μόσχευμα
      Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: απορρίπτω

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Open book icon.png Αναφορές[επεξεργασία]

  1. αποβάλλω στο Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής. (1998) του Ιδρύματος "Τριανταφυλλίδη". Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας. 
  2. Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2002). Λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας (Β΄ έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.