αποβλέπω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αποβλέπω < αρχαία ελληνική ἀποβλέπω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

αποβλέπω

  1. αποσκοπώ, στοχεύω, έχω ως σκοπό
  2. βασίζομαι πάνω στις ενέργειες ή τις ικανότητες κάποιου, ελπίζοντας να βγει το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα
    αποβλέπω στη βοήθειά του

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  1. είδα κι απόειδα

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]