απογαλακτίζω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : ἀπογαλακτίζω

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

απογαλακτίζω < ελληνιστική κοινή ἀπογαλακτίζω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

απογαλακτίζω (παθητική φωνή: απογαλακτίζομαι)

  1. μαθαίνω ένα βρέφος να τρέφεται με άλλες τροφές εκτός από το μητρικό γάλα, σταματώ το θηλασμό
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: αποθηλάζω
  2. (μεταφορικά) απεξαρτώ κάποιον από την ανάγκη για διαρκή φροντίδα

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]