απογείωση

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική απογείωση απογειώσεις
γενική απογείωσης
& απογειώσεως
απογειώσεων
αιτιατική απογείωση απογειώσεις
κλητική απογείωση απογειώσεις

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

απογείωση < απογειώνομαι

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

απογείωση θηλυκό

  1. (αεροπορικός όρος): η ανύψωση αεροπλάνου, ελικοπτέρου, κλπ., στον αέρα
    η απογείωση έγινε στην ώρα της
  2. (μεταφορικά) η ξαφνική και μεγάλη αύξηση
    παρατηρήθηκε απογείωση και κατάρρευση των πωλήσεων

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]