απογυμνωμένος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική απογυμνωμένος απογυμνωμένη απογυμνωμένο
γενική απογυμνωμένου απογυμνωμένης απογυμνωμένου
αιτιατική απογυμνωμένο απογυμνωμένη απογυμνωμένο
κλητική απογυμνωμένε απογυμνωμένη απογυμνωμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική απογυμνωμένοι απογυμνωμένες απογυμνωμένα
γενική απογυμνωμένων απογυμνωμένων απογυμνωμένων
αιτιατική απογυμνωμένους απογυμνωμένες απογυμνωμένα
κλητική απογυμνωμένοι απογυμνωμένες απογυμνωμένα


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

απογυμνωμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος απογυμνώνω

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

απογυμνωμένος, -η, -ο

δείτε τη λέξη: απογυμνώνω


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]