αποδεκατίζω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

αποδεκατίζω < ελληνιστική κοινή ἀποδεκατίζω ((σημασιολογικό δάνειο) γαλλική décimer)

Ρήμα[επεξεργασία]

αποδεκατίζω (παθητική φωνή: αποδεκατίζομαι)

  1. φθείρω σε μεγάλο βαθμό
  2. (ειδικότερα) (για πληθυσμό) σκοτώνω ομαδικά πάρα πολλούς

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Κλίση[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]