αποδοκιμαστικός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης : ἀποδοκιμαστικός

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική αποδοκιμαστικός αποδοκιμαστική αποδοκιμαστικό
γενική αποδοκιμαστικού αποδοκιμαστικής αποδοκιμαστικού
αιτιατική αποδοκιμαστικό αποδοκιμαστική αποδοκιμαστικό
κλητική αποδοκιμαστικέ αποδοκιμαστική αποδοκιμαστικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αποδοκιμαστικοί αποδοκιμαστικές αποδοκιμαστικά
γενική αποδοκιμαστικών αποδοκιμαστικών αποδοκιμαστικών
αιτιατική αποδοκιμαστικούς αποδοκιμαστικές αποδοκιμαστικά
κλητική αποδοκιμαστικοί αποδοκιμαστικές αποδοκιμαστικά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αποδοκιμαστικός < ελληνιστική κοινή ἀποδοκιμαστικός < αρχαία ελληνική ἀποδοκιμάζω ((σημασιολογικό δάνειο) γαλλική désapprobateur)

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

αποδοκιμαστικός, -ή, -ό

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]