αποδομώ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: αποδημώ

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

αποδομώ < από + δομώ ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική déconstruire)

Ρήμα[επεξεργασία]

αποδομώ (νεολογισμός)

  1. διαλύω, καταστρέφω
  2. αποσυναρμολογώ

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Κλίση[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]