αποεπενδύω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

αποεπενδύω < απο- + επενδύω ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική désinvestir)

Ρήμα[επεξεργασία]

αποεπενδύω

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Κλίση[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]