αποθαρρύνω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: ἀποθαρρύνω

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

αποθαρρύνω < απο- + θαρρύνω ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική décourager) (πιθανά γύρω στο 1860· χρησιμοποιήθηκε το πρόθημα απο- σαν στερητικό και το οποίο οδήγησε στη διαφοροποίηση της έννοιας της λέξης, και των παραγώγων της, από την παλαιότερη λέξη ἀποθαρρύνω (με μεσαιωνική σημασία το αποθρασύνομαι και αρχαία ενθαρρύνω)

Ρήμα[επεξεργασία]

αποθαρρύνω (παθητική φωνή: αποθαρρύνομαι)

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Κλίση[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]