αποθεματικό

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αποθεματικό αποθεματικά
γενική αποθεματικού αποθεματικών
αιτιατική αποθεματικό αποθεματικά
κλητική αποθεματικό αποθεματικά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αποθεματικό < απόθεμα και κατάληξη -ικός

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αποθεματικό ουδέτερο,

ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου αποθεματικός

το κεφάλαιο που σχηματίζεται από τα κέρδη μιας επιχείρησης για την κάλυψη ενδεχομένων ζημιών.

  • λογιστ. αυτό που αναφέρεται στο κεφάλαιο που δημιουργείται για να χρησιμοποιηθεί αντισταθμιστικά στο μέλλον σε κάθε περίπτωση ζημίας της επιχείρησης.
  • εφαρμοσμένα οικονομικά, συσσωρευμένα καθαρά κέρδη που δεν έχουν διανεμηθεί ούτε έχουν ενσωματωθεί στο μετοχικό ή εταιρικό κεφάλαιο.



32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]