Μετάβαση στο περιεχόμενο

αποθερμαίνω

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
αποθερμαίνω < απο- + θερμαίνω ((μεταφραστικό δάνειο) αγγλική cool down)

αποθερμαίνω (παθητική φωνή: αποθερμαίνομαι)

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]