αποθηκάριος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αποθηκάριος αποθηκάριοι
γενική αποθηκαρίου
& αποθηκάριου
αποθηκαρίων
& αποθηκάριων
αιτιατική αποθηκάριο αποθηκαρίους
& αποθηκάριους
κλητική αποθηκάριε αποθηκάριοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αποθηκάριος < ελληνιστική κοινή ἀποθηκάριος < ἀποθήκη + -άριος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αποθηκάριος αρσενικό ή θηλυκό

  1. το άτομο που είναι υπεύθυνο για τη διαχείριση των υλικών που υπάρχουν σε μια αποθήκη
  2. (στρατιωτικός όρος) στρατιωτική ειδικότητα

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]