αποθηκευτικός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική αποθηκευτικός αποθηκευτική αποθηκευτικό
γενική αποθηκευτικού αποθηκευτικής αποθηκευτικού
αιτιατική αποθηκευτικό αποθηκευτική αποθηκευτικό
κλητική αποθηκευτικέ αποθηκευτική αποθηκευτικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αποθηκευτικοί αποθηκευτικές αποθηκευτικά
γενική αποθηκευτικών αποθηκευτικών αποθηκευτικών
αιτιατική αποθηκευτικούς αποθηκευτικές αποθηκευτικά
κλητική αποθηκευτικοί αποθηκευτικές αποθηκευτικά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αποθηκευτικός < αποθηκεύω + -τικός

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

αποθηκευτικός, -ή, -ό

  1. που έχει σχέση με την αποθήκευση, αναφέρεται σ’ αυτή ή χρησιμεύει γι’ αυτή
  2. (ουσιαστικοποιημένο) αποθηκευτικά: τα χρήματα που απαιτούνται, προκειμένου να φυλαχθούν κάποια πράγματα σε αποθήκη
    συνώνυμα: αποθήκευτρα

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]