Μετάβαση στο περιεχόμενο

αποθηλάζω

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: ἀποθηλάζω

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
αποθηλάζω < (ελληνιστική κοινή)

αποθηλάζω

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]