Μετάβαση στο περιεχόμενο

αποκαλύπτομαι

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: ἀποκαλύπτομαι

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

αποκαλύπτομαι, π.αόρ.: αποκαλύφθηκα/-φτηκα/απεκαλύφθηγ΄πρόσωπο, μτχ.π.π.: αποκαλυμμένος, (ενεργ.: αποκαλύπτω)