αποκαμωμένος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική αποκαμωμένος αποκαμωμένη αποκαμωμένο
γενική αποκαμωμένου αποκαμωμένης αποκαμωμένου
αιτιατική αποκαμωμένο αποκαμωμένη αποκαμωμένο
κλητική αποκαμωμένε αποκαμωμένη αποκαμωμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αποκαμωμένοι αποκαμωμένες αποκαμωμένα
γενική αποκαμωμένων αποκαμωμένων αποκαμωμένων
αιτιατική αποκαμωμένους αποκαμωμένες αποκαμωμένα
κλητική αποκαμωμένοι αποκαμωμένες αποκαμωμένα

.

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αποκαμωμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος αποκάμνω και αποκάνω

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

αποκαμωμένος, -η, -ο

  1. Γύρισε από τη δουλειά αποκαμωμένη και έπεσε κατ' ευθείαν για ύπνο
δείτε τη λέξη: αποκάμνω


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]