αποκαπνισμός
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- αποκαπνισμός < → λείπει η ετυμολογία
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]αποκαπνισμός αρσενικό
- απαγωγή καπνού στην περίπτωση πυρκαγιάς
- ※ το κτίριο ... διαθέτει σύστημα αποκαπνισμού (αν υπάρξει κίνδυνος τουρμπίνες θα εκτονώσουν τον καπνό) (typosthes.gr, 12/04/2022 )
- ※ Η πλήρως ανοιγόμενη οροφή του, προσφέρει άμεση επαφή με τον φρέσκο και καθαρό αέρα, ενώ σε περίπτωση συμβάντος φωτιάς, συμβάλει σημαντικά στον αποκαπνισμό του κοινόχρηστου χώρου. (alunet.gr, 04/10/2020 )
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] αποκαπνισμός
|
|