Μετάβαση στο περιεχόμενο

αποκατάσταση

Από Βικιλεξικό
Αυτή η σελίδα μπήκε στον κατάλογο των σελίδων που χρειάζονται να μορφοποιηθούν όπως συνηθίζεται στο Βικιλεξικό,
έτσι ώστε να υπάρχει ομοιομορφία με τις υπόλοιπες σελίδες.

Παρακαλούμε βγάλτε αυτή την ετικέτα εάν θεωρείτε ότι η μορφή της σελίδας ταιριάζει με τα στάνταρντ του Βικιλεξικού.

Για μορφοποίηση: βελτίσωη των ορισμών.


Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η αποκατάσταση οι αποκαταστάσεις
      γενική της αποκατάστασης* των αποκαταστάσεων
    αιτιατική την αποκατάσταση τις αποκαταστάσεις
     κλητική αποκατάσταση αποκαταστάσεις
* παλιότερος λόγιος τύπος, αποκαταστάσεως
Κατηγορία όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
αποκατάσταση < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀποκατάστασις + -ση

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /a.po.kaˈta.sta.si/
τυπογραφικός συλλαβισμός: αποκατάσταση

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

αποκατάσταση θηλυκό

  1. η ενέργεια με την οποία κάτι που υπέστη ζημιά ή βλάβη επανέρχεται στην προηγούμενη καλή κατάσταση
    παράδειγμα  Η αποκατάσταση των ζημιών που προκάλεσε ο σεισμός.
  2. η ενέργεια με την οποία κάποιος που έχασε άδικα ή παράνομα τη θέση του (π.χ εξαιτίας μιας δικτατορίας) αποκτά ξανά τα δικαιώματα που έχασε
  3. (παρωχημένο) ο γάμος, ιδιαίτερα ενός κοριτσιού, με την έννοια της εκπλήρωσης της υποχρέωσης που είχε η οικογένεια
    παράδειγμα  Παλιότερα συνηθιζόταν να μην παντρεύεται το αγόρι, αν δεν είχε προηγουμένως εξασφαλίσει την αποκατάσταση της αδελφής του.
  4. η οικονομική εξασφάλιση
  5. (γλωσσολογία) η επιστημονική υπόθεση για την αρχική μορφή λέξεων, για τύπους λέξεων από νεκρές γλώσσες που δεν μαρτυρούνται από κάποια γραπτή πηγή

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Συνώνυμα

[επεξεργασία]

Εκφράσεις

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]