Μετάβαση στο περιεχόμενο

αποκατάσταση

Από Βικιλεξικό
Αυτή η σελίδα μπήκε στον κατάλογο των σελίδων που χρειάζονται να μορφοποιηθούν όπως συνηθίζεται στο Βικιλεξικό,
έτσι ώστε να υπάρχει ομοιομορφία με τις υπόλοιπες σελίδες.

Παρακαλούμε βγάλτε αυτή την ετικέτα εάν θεωρείτε ότι η μορφή της σελίδας ταιριάζει με τα στάνταρντ του Βικιλεξικού.

Για μορφοποίηση: βελτίσωη των ορισμών.


Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η αποκατάσταση οι αποκαταστάσεις
      γενική της αποκατάστασης* των αποκαταστάσεων
    αιτιατική την αποκατάσταση τις αποκαταστάσεις
     κλητική αποκατάσταση αποκαταστάσεις
* παλιότερος λόγιος τύπος, αποκαταστάσεως
Κατηγορία όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
αποκατάσταση < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀποκατάστασις + -ση

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /a.po.kaˈta.sta.si/
τυπογραφικός συλλαβισμός: αποκατάσταση

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

αποκατάσταση θηλυκό

  1. η ενέργεια με την οποία κάτι που υπέστη ζημιά ή βλάβη επανέρχεται στην προηγούμενη καλή κατάσταση
    παράδειγμα  Η αποκατάσταση των ζημιών που προκάλεσε ο σεισμός.
      Η επαναλαμβανόμενη ψυχρή σφυρηλασία με ενδιάμεσες ανοπτήσεις για ανακρυστάλλωση γύρω στους 500οC είναι εντούτοις, η συνήθης τεχνική που χρησιμοποιείται για μπρούτζους μέσης και υψηλής περιεκτικότητας σε κασσίτερο (5-15% Sn) διότι στη διάρκεια της σφυρηλασίας ενδοτραχύνονται ισχυρά και χρειάζονται ενδιάμεση ανόπτηση για ανακρυστάλλωση προς αποκατάσταση της αρχικής τους ολκιμότητας. (Γιώργος Παπαδημητρίου, Αρχαιομετρικές μελέτες για την ελληνική προϊστορία και αρχαιότητα, επιμέλεια Γιάννης Βασιλάκος, Γιώργος Φακορέλλης, Ελληνική Αρχαιομετρική Εταιρεία, 2001, σελ. 599-600)
  2. η ενέργεια με την οποία κάποιος που έχασε άδικα ή παράνομα τη θέση του (π.χ εξαιτίας μιας δικτατορίας) αποκτά ξανά τα δικαιώματα που έχασε
  3. (παρωχημένο) ο γάμος, ιδιαίτερα ενός κοριτσιού, με την έννοια της εκπλήρωσης της υποχρέωσης που είχε η οικογένεια
    παράδειγμα  Παλιότερα συνηθιζόταν να μην παντρεύεται το αγόρι, αν δεν είχε προηγουμένως εξασφαλίσει την αποκατάσταση της αδελφής του.
  4. η οικονομική εξασφάλιση
      Μια νέα εκπαιδευτική δομή ξυλοναυπηγικής, θα λειτουργήσει, από τη νέα εκπαιδευτική χρονιά, στο Μουσείο Ναυπηγικών και Ναυτικών Τεχνών Αιγαίου, στη Σάμο, με στόχο τη διαφύλαξη και ανάπτυξη μια τέχνης που είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την ελληνική ταυτότητα, τη βιώσιμη ανάπτυξή της και την επαγγελματική αποκατάσταση όσων ασχολούνται με αυτήν.
    Αναστασία Κουκά, Ξυλοναυπηγική τέχνη: Δημιουργείται νέα εκπαιδευτική δομή στη Σάμο από το υπουργείου Πολιτισμού, protothema.gr, 11 Δεκεμβρίου 2023
  5. (γλωσσολογία) η επιστημονική υπόθεση για την αρχική μορφή λέξεων, για τύπους λέξεων από νεκρές γλώσσες που δεν μαρτυρούνται από κάποια γραπτή πηγή

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Συνώνυμα

[επεξεργασία]

Εκφράσεις

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]