αποκεφαλίζω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : ἀποκεφαλίζω

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αποκεφαλίζω < ελληνιστική κοινή ἀποκεφαλίζω (2. σημασιολογικό δάνειο από γαλλική décapiter)

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

αποκεφαλίζω (παθητική φωνή: αποκεφαλίζομαι)

  1. (κυριολεκτικά) κόβω το λαιμό κάποιου, ώστε να αφαίρεσω το κεφάλι του
  2. (μεταφορικά) διώχνω την ηγεσία ή την ηγετική ομάδα κάποιου οργάνου ή συλλογικότητας

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]