αποκληρώνω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αποκληρώνω < από + κληρώνω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

αποκληρώνω

  1. αποκλείω κάποιον από την κληρονομιά / από το κομμάτι της κληρονομιάς που τού αναλογεί


Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]