αποκληρώνω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

αποκληρώνω < από + κληρώνω

Ρήμα[επεξεργασία]

αποκληρώνω

  • αποκλείω κάποιον από την κληρονομιά / από το κομμάτι της κληρονομιάς που τού αναλογεί


Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Κλίση[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]