Μετάβαση στο περιεχόμενο

αποκρύπτω

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: ἀποκρύπτω, υποκρύπτω

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
αποκρύπτω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀποκρύπτω[1]. Συγχρονικά αναλύεται σε απο- + κρύπτω.

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /a.poˈkɾi.pto/
τυπογραφικός συλλαβισμός: αποκρύπτω

αποκρύπτω, αόρ.: απέκρυψα/(απόκρυψα), παθ.φωνή: αποκρύπτομαι, π.αόρ.: αποκρύφτηκα/αποκρύφθηκα, μτχ.π.π.: αποκρυμμένος

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]