απολέπιση
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | απολέπιση | οι | απολεπίσεις |
| γενική | της | απολέπισης* | των | απολεπίσεων |
| αιτιατική | την | απολέπιση | τις | απολεπίσεις |
| κλητική | απολέπιση | απολεπίσεις | ||
| * παλιότερος λόγιος τύπος, απολεπίσεως | ||||
| Κατηγορία όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]απολέπιση θηλυκό
- η ενέργεια και το αποτέλεσμα του απολεπίζω