απολαύω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

απολαύω < αρχαία ελληνική ἀπολαύω < ἀπό + λαύω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *leh₂u- (κέρδος, όφελος) (ομόρριζα: λεία, λῄζομαι, λῃστής, λαρός, λατινικά lucrum)

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /a.pɔ.ˈla.vɔ/

Ρήμα[επεξεργασία]

απολαύω

(λόγιο)
  1. έχω στην κατοχή μου, είμαι αποδέκτης (+ γενική: τιμής, εμπιστοσύνης...)
    Ὁ κ. Ζαχαρίας Παραδαρμένος εἶνε ἔγγαμος, ἐτῶν 55, ἀπολαύει τοῦ δικαιώματος τῆς Ἑλληνικῆς ἰθαγενείας, ὡς γεννηθεὶς ὑπὸ γονέων κλπ. (Χαράλαμπος Άννινος, Η οικογένεια διασκεδάζει)
  2. χαίρομαι, χαίρω
    η Ευρωπαική Κεντρική Τράπεζα απολαύει ανεξαρτησίας από τις πολιτικές των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων αποβλέποντας στην ευθύνη για τη σταθερότητα του ευρωπαϊκού νομίσματος και την ενίσχυση του εξαγωγικού χαρακτήρα των ευρωπαϊκών βιομηχανικών/βιοτεχνικών μονάδων ενώπιον του διεθνή ανταγωνισμού

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]