απολιγνιτοποιήσεως
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Κλιτικός τύπος ουσιαστικού
[επεξεργασία]απολιγνιτοποιήσεως θηλυκό
- (λόγιο) γενική ενικού του απολιγνιτοποίηση
- εναλλακτικά: απολιγνιτοποίησης
απολιγνιτοποιήσεως θηλυκό