απολυταρχία

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική απολυταρχία απολυταρχίες
γενική απολυταρχίας απολυταρχιών
αιτιατική απολυταρχία απολυταρχίες
κλητική απολυταρχία απολυταρχίες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

απολυταρχία < απόλυτος + -αρχία ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική absolutisme)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

απολυταρχία θηλυκό

  • (πολιτική) ολοκληρωτικό καθεστώς στο οποίο όλες οι εξουσίες (εκτελεστική,νομοθετική, δικαστική) είναι συγκεντρωμένες σε μία, υπό τον έλεγχο του μονάρχη. Ο μονάρχης δεν εκλέγεται, αλλάζει συνήθως από πατέρα σε γιο.

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]