απομάκρυνση

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η απομάκρυνση οι απομακρύνσεις
      γενική της απομάκρυνσης* των απομακρύνσεων
    αιτιατική την απομάκρυνση τις απομακρύνσεις
     κλητική απομάκρυνση απομακρύνσεις
* παλιότερος λόγιος τύπος, απομακρύνσεως
Κατηγορία όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
απομάκρυνση < απομακρύνω + -ση

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

απομάκρυνση θηλυκό

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]